|
ΟΤΑΝ ΤΑ ΓΙΟΥΒΑΡΛΑΚΙΑ
Πάνε χρόνια από τότε
που ο Μπίλυ με περιμμάζεψε απ' τη θάλασσα.
Δε θυμάμαι καλά.
Μπορεί να ήταν και δρόμος. Αλλόκοτα πράματα είχαν συμβεί στη ζωή μου, που
λόγω της επιμονής μου να παραβλέπω, με οδήγησαν σε αδιέξοδο. Γι' αυτό και
δεν θυμάμαι. Ένοιωθα πως κάτι δεν πάει καλά με μένα, αλλά δεν ήξερα σε
ποιο κομμάτι του εαυτού μου ν' αποδώσω ευθύνες. Αν ο Μπίλυ με είχε αρπάξει
απ' τα μαλλιά ενώ βρισκόμουν στο δρόμο, αυτό θα ήταν μια βάρβαρη
κίνηση. Γι' αυτό λέω πως θα πρέπει να ήμουν στη θάλασσα. Έπειτα δεν
είμαι και σίγουρη ότι με άρπαξε απ' τα μαλλιά. Μόνο για την αρπαγή είμαι
σίγουρη κι όσο για το που βρισκόμουν, ίσως να μην έχει πια σημασία,
αφού ποτέ δεν ξαναγύρισα εκεί.
Κάποιος που
με ξέρει θα έλεγε ότι ψεύδομαι αφού σε ότι αφορά στην τοποθεσία, όχι μόνο
επιστρέφω κάθε τόσο, αλλά περνώ και μεγάλα χρονικά διαστήματα σ' αυτήν.
Αλλά για μένα αυτή η τοποθεσία ενώ παραμένει αναλλοίωτη, είναι σαν
ξένη.
Έχασε τη δύναμη της
επιρροής της πάνω μου, έγινε το μέρος όπου περνώ με τον Μπίλυ τα καλοκαίρια
μου.
Δεν είναι η ίδια τοποθεσία
για να πω την αλήθεια αλλά το ακριβές της αντίγραφο, πάνω σ' έναν πίνακα
που ζωγραφίζω καθημερινά μαθαίνοντας μαγειρική. Έχω συμπεριλάβει μέσα του
μόνο ό,τι μου αρέσει κι έχω καταργήσει κάθε υποψία ασχήμιας. Αυτή η επιλογή
της κατάργησης, μου έγινε συνήθεια που προχώρησε και πέρα από τις
ασχήμιες. Κατάργησα ανθρώπους και ανθρώπινα έργα, διακοσμητικά στοιχεία
και γεμίσματα Άφησα μόνο το φόντο και το βασικό θέμα. Όλα τα άλλα πάνε
κι έρχονται αναλόγως τη διάθεση της μέρας. Όμως υπάρχει πάντα η κυλιόμενη
σκηνή ενός λευκού νεροχύτη μπροστά σ' ένα παράθυρο ανοιχτό και πάνω του
ένας δίσκος γεμάτος Γιουβαρλάκια.
Γιουβαρλάκια
στρογγυλά, τα μισά αλευρωμένα τα άλλα μισά όχι, λαχταριστά, γιατί αν και
άψητα τα φαντάζομαι ψημένα. Αυτό το σημείο με τα Γιουβαρλάκια επαναλαμβάνεται
σε κάθε σκηνή του πίνακα, επειδή τα πράματα δεν πάνε καλά μέχρι τέλους.
Κάτι χαλάει πάντα στην κατασκευή τους, κάτι τραβάει τη στρογγυλάδα
τους σε γωνίες και καταλήγουν να φαίνονται πατημένα κι ασύμμετρα
σαν ορνιθοσκαλίσματα.
Λένε πως αν
μάθεις να ζωγραφίζεις καλά ένα αντικείμενο, έχεις κάνει το πρώτο σημαντικό
βήμα στην τέχνη της ζωγραφικής. Αν μάθεις να μαγειρεύεις καλά ένα φαγητό,
έχεις κάνει το πρώτο σημαντικό βήμα στην τέχνη της μαγειρικής και πάει
λέγοντας. Δεν τα κατάφερα ποτέ μου να γίνω καλή ζωγράφος και παρά τις φιλότιμες
προσπάθειες μου, πολύ φοβάμαι πως ούτε και μαγείρισσα.
Πως μου ήρθε τώρα
ν' ασχοληθώ με το φαγητό δια μέσου πινέλου, αυτό είναι άλλο ζήτημα.
Είναι ζήτημα ισορροπίας. Όχι του πίνακα σε σχέση με τα γιουβαρλάκια, αλλά
εμένα σε σχέση με τα ορατά κι αόρατα μοντέλα. Ξόδεψα το μεγαλύτερο μέρος
της ζωής μου στις καταγραφές προσώπων και καταστάσεων. Γεμίσανε τα πρόχειρα
και τα καλά τετράδια της μνήμης από κάθε είδους σαβούρα συναισθηματικής
αξίας. Ήρθε είπα ο καιρός της αφαίρεσης και της απαλοιφής. Αυτό το
έργο θα είχε επιτελεστεί εδώ και χρόνια αν στο μεταξύ, δεν προέκυπταν οι
νέες παραστάσεις με νέους ηθοποιούς της παλιάς σχολής.
Αλλά η μια κατάσταση
φέρνει την άλλη και δεν είναι αυτό που τόσο ενοχλεί, όσο το ότι οι καταστάσεις
παραμένουν ίδιες ενώ τα πρόσωπα αλλάζουν και δεν φαίνεται να είναι κανείς
ικανός για να ξεφύγει απ' αυτό το φαύλο κύκλο. Η μήπως μερικοί είναι; Η
μήπως θα μπορούσα να γίνω κι εγώ σ' αυτή την αποφασιστική στιγμή της ζωής
μου; αν υποθέσουμε πως υπάρχει αποφασιστική στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου.
Εγώ νοιώθω ότι έχω γνωρίσει μόνο τις φασιστικές στιγμές τις δικές
μου και των άλλων. Τι λεω; λεω;
Το λάδι μέσα στο τηγάνι
κοχλάζει κι εγώ ξεφυσάω πάνω απο μια πιατέλα κάνοντας με τα χέρια κυκλικές
κινήσεις μόνο για να βγάλω, μακρόστενους κάλυκες των τριάντα χιλιοστών
που σκανε κομματιάζοντας τα χέρια και τη σκέψη μου στο τελευταίο άρπαγμά
της.
Βγήκα ποτέ από κείνη
τη θάλασσα; Αισθάνομαι στο κεφάλι μου ακόμα στιγμές, το στιβαρό του χέρι
να με τραβάει. Με σώζει ακόμα; με πνίγει;
Το αντίτιμο της σωτηρίας
μου, είναι η τελειότητα στη στρογγυλάδα του τίποτα. Πρέπει να καταφέρω
να τα πλάσω τέλεια. Να τελειώνω. Δεν γίνεται να παραμένω πίσω από ένα παράθυρο
την ώρα που ο ήλιος πυρπολίζεται στον ουρανό. Δεν γίνεται να κοιτάζω τον
κόσμο μέσα από λοξές, βιαστικές ματιές, μέσα από την αχνή ασπρίλα του αλευριού
που μου σκέπασε τις κόρες, μέσα από αιματηρές συγκρούσεις για ανείπωτης
ελαφρότητας στόχους, μονο και μόνο για την ικανοποίηση της επιτευξής τους.
Κι αν δεν σώθηκα;
κι αν το χέρι με τραβάει ακόμα προς τα έξω; κι αν έχει σταματήσει να με
τραβάει και με άφησε εκεί στη μέση ενός καμουφλαρισμένου με γαλάζιο σκοταδιού;
κι αν βγήκα, μ' έβγαλε, έφτυσα νερό, προς τι η επιμονή στην τόση τελειότητα;
Ας παραμείνουν κάλυκες, ας γίνουν σουτζουκάκια, ας πεταχτούν στο ταβάνι
μαζί με το τηγάνι, ας του κάνουν μια τρύπα μεγαλύτερη από αυτήν που είναι
μέσα μου, ας εκτοξευτούν στα χέρια μιας καταιγίδας που θα τα σβήσει
και θα καταπιεί. Ας τα φαει αυτή.
Εγώ θ' αλλάξω τώρα
το σκηνικό στον πίνακα. Θα ξηλώσω το λευκό νεροχύτη και στη θέση του θα
βάλω ένα κιούπι με αναρριχώμενα που θα σπάσουν τον τοίχο για να τραβήξουν
πίσω τις ακτίνες που χάνονται. Θα ξηλώσω και το παράθυρο. Θα κατεδαφίσω
την παρανοημένη ασφαλειά μου. Θα ψάξω για το κεφάλι μου, μήπως και
το δω να παλεύει για να κρατηθεί έξω από το νερό. Μόνο να το δω έστω
και σ' αυτή την απεγνωσμένη προσπάθεια, θα το πιστέψω πως δεν τέλειωσαν
όλα. Τι λεω; λεω;
Είπα
τηγάνι; Τα γιουβαρλάκια βράζονται δεν τηγανίζονται. Και όταν δεν είναι
στρογγυλά δεν είναι γιουβαρλάκια. Άρα εγώ δεν πλήρωσα ακόμη τίποτα. Ίσως
μάλιστα να μη με είδε και κανείς πίσω απ' το κλειστό παράθυρο. Ίσως
να μην είδαν ούτε και το παράθυρο. Ίσως αυτό που βλέπουν να είναι
ένα κεφάλι στο νερό. Εσύ τι βλέπεις;
|
|