Μπαλοιυ Ελενη Aftermarket - choose a gift for a friend
 
 1,2,3 Κοσμοι
Μελτεμι
Επιβάτες
Ατιτλο
χιλόπιτα
Φίλε μου
Σαν καλημέρα
 Η πορεία
  Στην Ελεάννα

Γενικό Κρατικό
Διήγημα
 Όταν τα γιουβαρλάκια
Ο κοιμισμένος καταβροχθέας στο λόφο με τις παπαρούνες
  Το ονειρο
 Ο ξερόβηχας
Σειρά Έρμαν
 Έρμαν 1
 Έρμαν 2
 Έρμαν 3
 afterzed.com
 aftermarket-art store
 Home
 alternactiva 
 
 
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΛΕΝΑΣ 

-Μαμά πες μου ένα παραμύθι.
-Χμ δεν μου έρχεται κανένα.
-Έλα μαμά σκέψου. Κάτι θα θυμηθείς.
-Εντάξει. Μια φορά κι έναν καιρό ήμουν εγώ.
-Τι λες εκεί ρε μαμά;
-Ξέρω κι εγώ παιδί μου; Φαίνεται πως τα παραμύθια μου τελείωσαν. 
-Βαριέσαι αυτό είναι όλο. Πες μου για κείνη την κοπέλα, πως τη λέγανε;
-Την Σταχτοπούτα λες;
-Όχι την άλλη.
-Τη Χιονάτη;
-Όοχι! Την άλλη.
-Την Τοσοδούλα;
-Εκείνη μωρέ, που κοπάνησε τη σφουγγαρίστρα στο κεφάλι του αφεντικού της; Πως την έλεγαν;
-Α, εκείνη. Τη Μαριαλένα λες. 
-Ναι πες μου μια ιστορία με τη Μαριαλένα. Πολύ με κάνει και γελάω.
-Εντάξει μα δεν είναι πάντα αστεία. Όπως σ'αυτή την άλλη δουλειά που πήγε.
-Είχε σφουγγαρίστρα και σ' αυτήν;
-Οχι δεν είχε.
-Ωχ χωρίς όπλο και πως τα έβγαλε πέρα;
-Λοιπόν άκου. Ήταν σε ένα εργοστάσιο που φτιάχνανε παπούτσια. Το εργοστάσιο ήταν μικρό. Δεν δούλευαν σ' αυτό πολύ εργάτες. Μια μικρή βιοτεχνία ήταν.
-Έλα μαμά με ζάλισες παρακάτω.
-Δούλευε λοιπόν εκεί και ταξίδευε. Γιατί να ξέρεις η Μαριαλένα πάντα ταξιδεύει. 
-Και που είχε πάει μαμά;
-Ε, σ' ένα μέρος που μάλλον της άρεσε πολύ γιατί όλο χαμογελούσε. Ένα λιμάνι ήσυχο και στρογγυλό όπου τρυγύρω απλώνονταν τα σπίτια αμφιθεατρικά, γι' αυτό και τα σκεπτόταν όλα αυτά σαν σκηνικό αρχαίου θεάτρου.
-Χα, και που έπαιζαν οι ηθοποιοί στη θάλασσα;
-Μάλλον ναι.  Πατούσαν πάνω στο νερό, δεν βούλιαζαν. Δεν είχαν βαρύτητα.
-Ε τι ήταν φαντάσματα;
-Κάτι σαν φαντάσματα. Φιγούρες ήταν που βρέθηκαν γύρω της απρόσκλητες. Φιγούρες απο το παρελθόν και το παρον. Μνήμες.
-Ήταν κι εκείνη φάντασμα;
-Όχι. Εκείνη ήταν στέρεη. Στην αρχή προσπαθούσε να βγει στην επιφάνεια και να κάνει ότι και οι άλλοι. Μα αντιλήφθηκε γρήγορα πως όταν έπαυε να προσπαθεί και χαλάρωνε, το νερό την έσπρωχνε προς τα πάνω. Ενώ οι άλλοι, δεν μπορούσαν να βυθιστούν μέσα του, να δροσιστούν, να κάνουν βουτιές να εξερευνήσουν το βυθό.
-Και γιατί δεν έδεναν μια βαρια ζώνη στη μέση τους με σίδερα;
-Ξέρεις αυτοί που ζηλεύουν τη θέση των αλλονών, δεν έχουν τον καιρό να σκεφτούν τις δικές τους κινήσεις. 
-Μα δεν μου είπες πως ήτανε μνήμες;
-Μνήμες ζωντανεμένες είναι και οι άνθρωποι που κάποτε γνωρίσαμε.
-άνθρωποι λοιπον. Αέρινοι άνθρωποι.
-Έτσι.
-Και τι έγινε μετά;
-Άρχισαν να τη ρωτούν πως το κάνεις, πως τα καταφέρνεις να μένεις μέσα στο νερό. Πες μας το μυστικό. Και εκείνη γελούσε.
-Γιατί δεν ήθελε να τους πει;
-Δεν είχε τίποτα για να τους πει. Αλλά δεν την πίστευαν. Και άρχισαν να της κουβαλούν δώρα που εκείνη δεν δεχόταν.
-Γιατί μαμά δεν της άρεσαν;
-Της άρεσαν, αλλά ξεχνάς. Δεν μπορούσε να βγει στην επιφάνεια. Τα δώρα αυτά της ήταν άχρηστα μέσα στο νερό. Όμορφα ρούχα, κοσμήματα, παπούτσια, ηλεκτρικά ήδη, ακόμα και φαγητά. Τίποτα δεν μπορούσε να κρατήσει στο νερό μαζί της. Άλλωστε τα χέρια της έπρεπε να είναι ελεύθερα για να μπορεί να κολυμπάει.
-Ωχ νομίζω πως το ονειρό της αυτό ήταν άσχημο.
-Είχε την αγωνία του στην αρχή. Μα είδε πως η αγωνία των άλλων ήταν μεγαλύτερη απο τη δική της. Προσπαθούσαν να επανακτήσουν τις φυσικές τους ιδιότητες, τις τρεις διαστάσεις τους και δεν το μπορούσαν.
-Ναι και μετά τι έγινε.
-Τη βάλανε στη λογική, του να ζητήσει κάτι που της έλειπε. Εκείνη σκέφτηκε, σκέφτηκε και αποφάσισε οτι θα της άρεσε πολύ να έχει μιαν άρπα. Αλλά δεν την ζήτησε.
-Γιατί δεν την ζήτησε. Θα μπορούσαν να της δώσουν ό,τι ζητούσε.
-Ξεχνάς το αντάλλαγμα. Ζητούσαν κι αυτοί κάτι. Να τους πει κάτι που δεν ήξερε. Να τους εξηγήσει αυτό που για την ίδια ήταν η φυσική της κατάσταση. Έπειτα και την άρπα τη σκέφτηκε γιατί ήξερε πως ακόμα και στο καλλίτερο ονειρό μας, δεν παύει να μας λείπει κάτι. Έτσι είμαστε οι άνθρωποι. 
-Και μετά τι έγινε;
-Μετά… τρόμαξε απο μια κραυγή που ακούστηκε δίπλα της και ξύπνησε. Στα τσαγκαράδικα υπάρχει ένα εργαλείο που κόβει τα λάστιχα για τα τακούνια των παπουτσιών. Πατάς ένα κουμπάκι και το φύλλο το λάστιχο κόβεται σε μικρά τακουνάκια. Η συνάδελφός της, πάτησε το λάθος κουμπί στη λάθος στιγμή. Και αντι για λαστιχένια τακουνάκια, βγήκαν απο τη φόρμα σάρκινα…
-Ωχ μαμα, αυτό δεν μ' αρέσει. Αυτό που έγινε στ' αλήθεια είναι τρομακτικό. Πες μου πως τέλειωσε το όνειρο της.
-Το δικό της το όνειρο δεν τέλειωσε. Της συναδέλφου της όμως, ναι.
-Ονειρευόταν κι εκείνη;
-Όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται.
-Τι έκανε η Μαριαλένα όταν το είδε αυτό;
-Έφυγε. Πέταξε το καλούπι στον τοίχο κι έφυγε. 
-Που πήγε;
-Δεν θυμάμαι να σου πω. Σε ένα μέρος ίσως που τα όνειρα δεν τα ακολουθεί η μυρωδιά της ρετσινόκολας και οι θόρυβοι των μηχανών. Ποιος ξέρει.
-Εγώ ξέρω. Γύρισε στο λιμάνι της και περέμεινε εκεί. Απέκτησε την άρπα της κι έγινε ευτυχισμένη.
-Ίσως έχεις δίκιο. Κολυμπάει αόρατη, παίζοντας τη μουσική της, περιστοιχισμένη απο τις φιγούρες που την ξέχασαν. Κι αυτές χορεύουν με τους ήχους μιας άρπας που δεν ξέρουν που βρίσκεται. Και έτσι θα πρέπει να είναι. Μπρος τώρα, χέρια μέσα και ύπνο.
-Χέρια έξω! θέλω να κολυμπάω. Λες να την ακούσω κι εγώ την άρπα μαμά;
-Πρέπει να μπορείς να ονειρεύεσαι σαν την Μαριαλένα. Όμως εκείνη, δεν είμαι σίγουρη πως το θέλει αυτό για σένα.
-Το θέλει δεν το θέλει εγώ μπορώ. Και μια μέρα η άρπα της θα γίνει δική μου.
-Υπάρχουν και άλλα όργανα με ουράνιους ήχους που μπορούν σε ταξιδέψουν.  Μη βιάζεσαι. Έλα τώρα, φιλάκι, τέλος.
-Φιλακι, τέλος.

6-4-2000




Afterzed - Art Showcase
Copyright © Eleni Baliou MM