|
Ο ΞΕΡΟΒΗΧΑΣ
Τον καιρό που όποιος
ήθελε να δουλέψει δούλευε, αυτός ήταν νέος. Ήταν προκομένος και γρήγορος
στην κίνηση και στη σκέψη. Ότι ακριβώς ζητούσαν απο τους εργάτες τους οι
εργοδότες, αυτός το είχε. Γνώσεις, κέφι, σπιρτάδα, σεβασμό. Του έλειπε
όμως ένα βασικό προσόν. Του έλειπε η ικανότητα του γλείφειν. Εξαιτίας αυτής
της έλλειψης δεν τα κατάφερε να στεριώσει για πολυ σε καμια δουλειά. Μα
η ζωή κατά κάποιο τρόπο τον αποζημίωσε, χαριζοντας του την πείρα και τη
γνώση της παραγωγής. Στα σαράντα του ανακάλυψε πως είχε μάθει αρκετά
ώστε να είναι σε θέση να δει πως δεν ξέρει τίποτα, αλλά μιας και το επάγγελμα
του φιλόσοφου δεν φτουράει στις μέρες μας, είπε να ανοίξει ένα καφεστιατόριο,
απ’ αυτά που μετά γίνονται αλυσίδα και τραβούν τη νεολαία σαν μαγνήτης.
Απο ιδέες άλλο τίποτα.
Το πράμα κόλλαγε στην τσέπη. Πρόσεξε τότε πως αυτοί με τις καλλίτερες ιδέες
ήταν πάντα αυτοί που δεν είχαν μία. Όπως αυτός και οι φίλοι του.
Μάζεψε τους τρεις
φίλους του και τους πρότεινε να καθίσουν και να σκεφτούν απο κοινού, τι
μπορούν να κάνουν για να πραγματοποιήσουν την ίδέα του.
«-Επιχείρηση χωρίς
κεφάλαιο δεν ανοίγει. Ξέχνα το». Του είπε ο ένας.
«-Άσε ρε, μας τα είπαν
και άλλοι. Σιγα να μην υπάρχουν επιχορηγήσεις για μας. Γι’ αυτούς είναι,
που τα παίρνουν απο την ΕΟΚ. Μεταξύ τους τα τρώνε». Ο άλλος.
«-Άσε τα τρεχάματα,
η δέσμευση το άγχος». Ο τρίτος.
Τους ενημέρωσε απο
δω, τους ταρακούνησε απο κει και τους κατάφερε να βγάλουν κάρτα ανεργίας
στον ΟΑΕΔ. Γιατί υπάρχει λέει ένα πρόγραμμα, -ποιος το λέει δεν ξέρω- που
υποστηρίζει τους ανέργους που θέλουν να ανοίξουν επιχείρηση, με μια επιχορήγηση.
Πήγανε στον ΟΑΕΔ, ρωτήσανε. Ο υπάλληλος ήταν πολύ απρόθυμος να δώσει πληροφορίες
κι εξηγήσεις κι έψαξαν να βρουν την άκρη αλλού. Μέσο ενος φίλου που ήξερε
όλα τα τρέχοντα και τα μελλοντικά προγράμματα του κράτους. Αυτός τους είπε
πως υπάρχουν και άλλες επιχορηγήσεις, το ποσόν των oποίων κυμαίνεται ανάλογα
με την επιχείρηση που θέλεις να στήσεις και ότι καλα θα κάνουν να το ψάξουν.
Το έψαξαν. Ανακάλυψαν
τους υπεύθυνους φορείς, τα υπουργεία που εμπλέκονταν, τις υπηρεσίες, άρχισαν
να πιστεύουν στο παραμύθι.
Τρέχα απο δω και τρέχα
απο κει για πληροφορίες και χαρτια, έκανε να δει τη Λίτσα δυο εβδομαδες.
Εκείνη αγανάκτησε. Κάποια μέρα που έχασε την υπομονή της τελείως μαζί του,
του είπε.
-Όχι μόνο δεν πρόκειται
να πάρεις δεκάρα απ αυτά που κυνηγάς, αλλά θα χάσεις κι αυτά που έχεις.
-Δεν βαριέσαι τι είχα
τι έχασα.
-Εμένα.
-Και γιατι να σε χάσω
εσένα;
-Μα είναι πράματα
αυτά ρε Στέλιο; Αντι να κοιτάξεις εκει πέρα να βρεις καμια δουλειά να τρέχεις
να βαράς ανεμόμυλους;
-Δεν είναι ανεμόμυλοι
αγάπη μου, λεφτά είναι και θα τα πάρω.
-Κάνε όρεξη. Κατ’
αρχήν πρέπει να έχεις κάνει ήδη έναρξη επιτηδεύματος.
-Θα την κάνω. Θα δανειστώ
και θα την κάνω.
-Και αν κάτι στραβώσει,
πως θα τα ξοφλήσεις; Θα έχεις να τρέχεις και γι’ αυτά μετά.
-Μην είσαι τόσο απαισιόδοξη.
Χωρίς ρίσκο δεν σηκώνεις κεφάλι. Ή του ύψους η του βάθους. Τελείωσε.
-Εγώ το βάθος το φοβάμαι
και δεν είμαι μέσα.
-Κάτσε απέξω. Εγώ
προχωράω.
-Και με μας τι θα
γίνει;
-Ε, τι θέλεις να γίνει,
εμείς μαζί.
-Δεν το βλέπω.
-Και γιατί;
-Έχεις που έχεις τα
χάλια σου οικονομικά. Αν τρέχουμε και να σε ξελασπώσουμε...
-Ωραία αντιμετώπιση.
Γι αγάπη μιλάμε;
-Αλλο η αγάπη άλλο
η ουτοπία. Αυτό που σου χρειάζεται ειναι μια καλή δουλειά να στεριώσεις.
Να μπορέσουμε επιτέλους να μείνουμε μαζί, να μοιραστούμε τα έξοδα. Όχι
να τα πάρω όλα στην πλάτη μου και να μη στήσω ποτέ σπιτικό. Σε λίγο καιρό
δεν θα πιάνω ούτε παιδί.
-Σιγά ρε σε πήρανε
τα χρόνια.
-Σιγα ξεσιγά έτσι
είναι».
Κουβέντα στην κουβέντα,
τα τσουγκρισε και με την αρραβωνιάρα του και αποφάσισε να προχωρήσει μόνος
του τα σχεδιά του. Σύντομα θα διαπίστωνε κι εκείνη πως τους δινόταν μια
πραγματική ευκαιρία να σηκώσουν κεφάλι ως αφεντικά του εαυτού τους και
να λυθεί το πρόβλημα της ανεργείας τους. Ήταν θέμα χρόνου για να καταλαβει.
Οι συναντήσεις με
τους φίλους, με τους υπεύθυνους των προγραμμάτων, τα ραντεβού και τα χαρτιά
έδωσαν και πήραν. Έπεσε στον οργασμό της δραστηριότητας. Πήρε και τα δανεικά,
βρήκε τον χώρο, τον νοίκιασε, ξαμολύθηκαν και οι φίλοι του να βρουν και
άλλα δανεικά. Το πράγμα προχώρησε. Οι υπεύθυνοι των προγραμμάτων ήταν πολύ
ευχαριστημένοι απο τις κινήσεις τους, με εξαίρεση εκείνο τον απρόθυμο στον
ΟΑΕΔ, που οι υπόλοιποι έτσι κι αλλιώς τους είπαν να μην τον υπολογίζουν
και πολύ.
Ένα πρωί ξύπνησε ο
Στέλιος αποφασισμένος να κάνει το τελικό βήμα. Ήπιε τον καφέ του, έκανε
το μπανιο του, έβαλε τον φακελο του παραμάσχαλα και πήγε στην εφορία.
«-Κύριοι αυτή την
επιχείρηση ανοίγω και πεστε μου πως θα κάνω την έναρξη». Του δώσανε ένα
χαρτί, το συμπλήρωσε και μαζι με μια ξεχωριστή αίτηση, την ταυτοτητά του,
τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου και την διαβεβαίωση του ΙΚΑ οτι
δεν χρωστάει λεφτά στο ΙΚΑ και ένσημα σε κανέναν, μπαμ μπαμ η σφραγίδα
του υπαλλήλου, μπαμ μπαμ του προϊστάμενου, έβγαλε το χαρτί και τελείωσε
στο πι και φι. Σιγά τα δύσκολα. Έμενε να περιμενει την άδεια. Συνεταιρικό
το έκανε, είχε βάλει και τους τρεις φίλους του να υπογράψουν έτσι ήταν
μέσα κι αυτοί. Πήγαν το βράδυ και το γλέντησαν. Άντε καλές δουλειές να
έχουμε, άντε και βιβα να πεθάνουν οι εχθροί μας, τέτοια.
Αμ δεν πέθαναν οι
εχθροί τους. Ολόκληρο γραφειοκρατικο τέρας μ’ ένα «βίβα» θα τα τίναζε;
Έκανε έτσι και έβηξε και τους πήρε όλους ο διάολος. Πως έβηξε; Ξερόβηχας;
ο αέρας μπορεί; το στραβό ξύπνημα του διευθυντή του ΟΑΕΔ; του υπουργου;
του φίλου απο την Κολοπετινίτσα που ανακάλυψε ότι τον έχουν εκτος και δη
σε προεκλογική περίοδο; του βουλευτή που δεν θέλει να χάσει την ψήφο;
Το στραβό ξύπνημα
έφραξε το λαρύγγι του γραφειοκρατικού τέρατος που απαξ και βήξει, σε πήρε
και σε σήκωσε.
Τους σήκωσε και ακόμα
πηγαίνουν. Δεν θέλουν να κατέβουν. Δεν υπάρχει ομαλός τόπος προσγείωσης.
Ένας εφιάλτης απο χέρια απλωμένα προς το μέρος τους, τ’ αποστεωμένα όνειρα
και το βροντερό γέλιο της Κίρκης, η πανούργα επτασφράγιστη μάγισσα, δίπλα
στην μορφονιά τη Μήδεια, ντυμένη στα χρώματα της γαλανόλευκης.
«-Εμπρος; έλα αγάπη
μου, έχω ξυπνήσει, μίλα μου.
-Δεν στά΄πα ρε βλάκα;
Δεν στά’πα; Τι να το κανεις το ξύπνημα τώρα; Πολύ αργά. Αλλα μην απογοητεύεσαι,
υπάρχει και το ταμείο απορίας.
-Δεν πας να...
-Αυτό ακριβώς έκανα
και θα ξανακάνω. Ευνουχισμενε επιχειρηματία».
Η Λίτσα, μάλιστα.
Η παρολίγον επίσημη. Ευτυχώς δηλαδή και έγινε αυτό. Με το τέρας. Την Κιρκη.
Θα μπορούσε να ήταν και γυναίκα.
Το βράδυ τηλεφώνησε
στους τρεις.
«- Είστε για καμια
κρεπάλη;
-μέσα». Ειπαν οι δυο.
Ο τρίτος, θα εβγαινε με τη Λίτσα.
Στο μπαρ, αγκαλιασμένοι
τραγουδήσανε.
«-χαιρετίσματα λοιπόν
στην εξουσία».
|
|